Αναρτήθηκε από: ΝΚΤ | 05/07/2011

Εβδομάδα μνήμης «ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ,ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΥΜΕ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ» (ΘΕΜΑ 3ο)

ΚΑΤΙ ΜΑΣ ΕΜΕΙΝΕ......(ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΑΒΟΛΟΕΒΔΟΜΑΔΑ 6-12/7/2000)

 

Οι πυρκαγιές των τελευταίων χρόνων στην Σάμο

Του Ευάγγελου Γ. Κιλουκιώτη Γεωπόνου

 Παλιότερα, στις αρχές του 20ου αιώνα,  οι φωτιές στα δάση της Σάμου ήταν συνηθισμένο φαινόμενο,  καίγοντας κάθε χρόνο σημαντικές δασικές εκτάσεις, καμιά όμως δεν έπαιρνε τις διαστάσεις των σημερινών πυρκαγιών, που παρά τις προσπάθειες και τα άφθονα επίγεια και εναέρια μέσα που  χρησιμοποιούνται για την κατάσβεσή τους, λίγες σβήνουν  πριν φτάσουν στην θάλασσα.  Ακόμα και κατά την περίοδο του εμφύλιου, που προσπαθούσαν να κάψουν τα δάση και οι φωτιές έκαιγαν ελεύθερες, σταματούσαν όταν εύρισκαν τα καλλιεργημένα τα βοσκημένα και καθαρά εδάφη και ουδέποτε παραπονέθηκε κάποιος ότι του κάηκαν ελαιόδεντρα, άλλα δένδρα, ή καλλιέργειες.

Απο τα κτήματα, που στη Σάμο εναλλάσσονται με τα δάση, ζούσε το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού του νησιού, γι’ αυτό το λόγο ήταν καλά καλλιεργημένα και καθαρά, τα ζώα (παραγωγικά και εργασίας), καθάριζαν τα εδάφη απ’ τα χόρτα κι’ αρκετά απ’ αυτά έπρεπε ν’ αποθηκευτούν για να τραφούν τον χειμώνα. Τα δάση ήταν αραιωμένα απ’ την υλοτομία και την ξύλευση και το έδαφός τους ήταν απαλλαγμένο απ’ τις περιττές σαβούρες.  Έτσι με τα χρόνια είχε δημιουργηθεί κάποιο ισορροπημένο οικοσύστημα, το οποίο δεν επέτρεπε στην φωτιά να  προχωρήσει, λόγω των «καθαρών» δασών και των καλλιεργημένων εκτάσεων οι οποίες αποτελούσαν αντιπυρικές ζώνες που τις σταματούσαν και δεν έπαιρναν τις διαστάσεις των σημερινών.

Απ’ την δεκαετία του 1950, η γεωργία άρχισε να εγκαταλείπεται, τα ζώα έχουν γίνουν σπάνιο είδος, σημαντικές εκτάσεις παραδοσιακών ελαιώνων και άλλων ακόμα καλλιεργειών, μένουν ακαλλιέργητες, με άφθονα ξερά χόρτα φρύγανα και θάμνους,  που το κλίμα ευνοεί την ανάπτυξή τους. Τα δάση έχουν πυκνώσει και το έδαφός τους είναι γεμάτο από ξερά φύλλα και κλαδιά, οργανική ουσία που περικλείει μεγάλες ποσότητες ενέργειας και θρεπτικών στοιχείων, που πρέπει να επανέλθουν στην αρχική τους ανόργανη μορφή, για να επαναχρησιμοποιηθούν απ’ τα νέα φυτά που θα φυτρώσουν ή θα αναβλαστήσουν, όπως επιτάσσουν οι φυσικοί νόμοι και δεν χρειάζεται παρά η πρώτη σπίθα.

Όλα αυτά, ξερά όπως είναι καίγονται βίαια, δεν σβήνουν εύκολα και γίνονται οι γέφυρες να περάσει η φωτιά απ’ την μια δασική περιοχή στην άλλη καίγοντας και τα ελαιόδεντρα, που σε καμιά περίπτωση δεν καίγονται από μόνα τους και τα οποία αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό των καμένων εκτάσεων στο νησί, βάση των στοιχείων που υπάρχουν.

Κατά την καύση και ιδίως των ξηρών χόρτων, δημιουργούνται ισχυρά ανοδικά ρεύματα που παρασύρουν αναμμένες τούφες, τις οποίες μεταφέρουν σ’ αρκετά μεγάλες αποστάσεις μεταδίδοντας την φωτιά, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται νέα μέτωπα, πράγμα που δυσκολεύει πολύ την πυρόσβεση.  Τα ξερά αυτά χόρτα, οι θάμνοι και τα φρύγανα ήταν η αιτία να απειληθούν πολλές φορές χωριά, ακόμα και το Πυθαγόρειο, που δεν υπήρχαν δάση ή καλλιέργειες γύρω του και σε άλλες να καούν ακόμα και σπίτια.

 Τα περισσότερα πευκοδάση του νησιού, από πολύ παλιά, δημιουργήθηκαν υπό την  συνεχή και ανεξέλεγκτη βόσκηση γιδιών, τα οποία πιθανόν και να τα ευνοούν αφού δεν τρώνε τα πευκάκια και τρώγοντας τα χόρτα που υπάρχουν γύρω τους, τα απαλλάσσουν απ’ τους ανταγωνιστές τους και το κίνδυνο να καούν το Καλοκαίρι μαζί μ’ αυτά, όταν ξεραθούν. Αυτό συνέβη στα Κουμαίικα, στο Νεοχώριο, πάνω απ’ τους Μύλους, ίσως κι’ αλλού, όπου πέρασε φωτιά δυο, ή ακόμα και τρεις φορές από μερικές περιοχές καίγοντας τα ξερά χόρτα μαζί με τα χλωρά νεαρά πευκάκια που είχαν φυτρώσει, χωρίς να ξαναφυτρώσουν νέα, αφού δεν υπήρχε πια σπόρος.

 Τα αείφυλλα σκληρόφυλλα, όπως τα πουρνάρια, τα ρείκια, οι κουμαριές, οι αγριελιές, οι μυρτιές κι’ όλα τα παρόμοια, μετά το κάψιμο αναβλαστάνουν από οφθαλμούς που υπάρχουν λίγο κάτω απ’ το έδαφος, με τις πρώτες βροχές, πολλές φορές κι’ αμέσως μετά την φωτιά. Έτσι βγάζοντας νέα βλαστάρια, δεν χρειάζονται παρά λίγα μόνο χρόνια, για να εξαφανιστεί κάθε ίχνος απ’ το πέρασμα της φωτιάς, όπως συνέβη πολλές φορές, τις τελευταίες δεκαετίες, σ’ αρκετές τέτοιες διαπλάσεις στη περιοχή Μαραθοκάμπου,  όπου επικρατούν και σε πολλές άλλες ακόμα περιοχές του νησιού.

 Τα τρυφερά αυτά παραβλαστήματα αποτελούν νοστιμότατη τροφή για τις γίδες, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε, σε συνδυασμό με τις ανθρώπινες δραστηριότητες, εξαφάνισαν σχεδόν τις βελανιδιές και τις καστανιές που αφθονούσαν κι’ απογύμνωσαν τον Κέρκη. Στις διαπλάσεις αυτές, μετά από φωτιά, πρέπει ν’ απαγορεύεται αυστηρά η βόσκηση, γιατί τρώγοντας τα ζώα τα παραβλαστήματα αυτά, τα φυτά εξαντλούν τα αποθέματά τους και ξηραίνονται. Η γίδα είναι πραγματική μάστιγα για τις διαπλάσεις αυτές, όταν μάλιστα γίνεται υπερβόσκηση. Κάποιος Γερμανός οικολόγος έγραψε ότι «Αν οι Έλληνες δεν φάνε τα κατσίκια τους, τα κατσίκια θα φάνε την Ελλάδα», και δεν έχει άδικο, σε πόσα νησιά έχουν αφανίσει κάθε ίχνος πρασίνου.     

 Το τμήμα της Σάμου που έχει δοκιμαστεί περισσότερο απ’ τις φωτιές, τα τελευταία χρόνια, είναι το νότιο, του οποίου ελάχιστες είναι οι περιοχές που έμειναν ανέπαφες και οι περισσότερες έχουν καεί δυο ή και τρεις φορές. Αυτό οφείλεται στις υψηλές θερμοκρασίες, στη χαμηλή υγρασία και στους ισχυρούς κατεβατούς ανέμους που δημιουργούν πολλές φορές τα μελτέμια. Στο τμήμα αυτό, τα μελτέμια φυσούν με ριπές και με εναλλασσόμενη διεύθυνση, με αποτέλεσμα γρήγορα να δημιουργείται μεγάλο μέτωπο, που δύσκολα αντιμετωπίζεται τα δε ανοδικά ρεύματα που δημιουργούνται απ’ την φωτιά, την μεταφέρουν σε μεγάλες αποστάσεις, δημιουργώντας νέα. Εδώ όπως αναφέρθηκε, επικρατεί η καλλιέργεια της ελιάς και περισσότερο απ’ το 60% των εκτάσεων που έχουν καεί, είναι ελαιώνες, που κάηκαν με τα ξερά χόρτα, όπως και χέρσες χορταριασμένες εκτάσεις. 

Στο βόρειο τμήμα οι ζημιές είναι πολύ λιγότερες, γιατί η υγρασία διατηρείται σε υψηλότερα επίπεδα, οι θερμοκρασίες είναι χαμηλότερες και τα μελτέμια, φυσούν πιο ήπια και σταθερά κι’ αν συμβεί καμιά πυρκαγιά, αντιμετωπίζεται συνήθως εύκολα. Ισχυροί κατεβατοί άνεμοι, δημιουργούνται στις περιοχές αυτές με νοτιάδες, που το καλοκαίρι είναι πολύ σπάνιες, συνήθως την άνοιξη φυσούν τα λεγόμενα ξερονότια, και τότε ο κίνδυνος για πυρκαγιά, είναι πολύ μεγάλος,

Με νοτιά, κάηκε κατά τον μήνα Μάιο, πριν μερικά χρόνια, μεγάλο τμήμα της περιοχής του χωριού Καλλιθέα και με τον ίδιο καιρό κάηκαν τον Απρίλιο του 2000, μεγάλα τμήματα των δασών του Καρλοβάσου, των Κοντακείκων, της Αμπέλου κι’ άλλων ακόμα χωριών. Αλλά και η φωτιά που σημειώθηκε τον Αύγουστο του 2000 και προξένησε ανυπολόγιστες ζημιές, φτάνοντας ο καπνός μέχρι την Κρήτη, άρχισε με μελτέμι, η νοτιά που ακολούθησε για λίγο και οι κατεβατοί άνεμοι που δημιουργήθηκαν στο βόρειο τμήμα, την έφτασαν μέχρι τα’ Αυλάκια και το Κοκκάρι, για να την ξαναγυρίσει στα νότια το μελτέμι που ακολούθησε, δημιουργώντας τεράστια μέτωπα και να την φέρει μέχρι τα Σκουραίικα και το Πυθαγόρειο. Χωρίς τις εναλλαγές αυτές του καιρού, οι ζημιές θα ήταν πάρα πολύ περιορισμένες, αφού οι περιοχές από εκεί που άρχισε κι’ εκεί που την κατεύθυνε αρχικά το μελτέμι, είχαν καεί και πάλι πριν μερικά χρόνια.

Αναδημοσίευση ανάρτηση από το χρήστη SAMOS Island,
την Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010 στις 9:14 π.μ.
http://www.facebook.com/pages/SAMOS-Island/ 
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: